Η εκκλησία των Φιλίππων

Η πόλη των Φιλίππων "ήτις εστί πρώτη της μερίδος της Μακεδονίας πόλις κολωνία" (Πραξ.16,11 εξ.), συνδέθηκε άρρηκτα με το πέρασμα του Χριστιανισμού στον Ευρωπαϊκό χώρο. Ως "πόλις κολωνία" κατά τους ρωμαϊκούς χρόνους συνδέθηκε με την εγκατάσταση πολλών αποστράτων αξιωματούχων του ρωμαϊκού στρατού, οι οποίοι επηρέαζαν όχι μόνο την πληθυσμιακή σύνθεση της πόλης, αλλά και την γενικότερη κοινωνική της δομή.

Στην εποχή της δράσεως του Αποστόλου Παύλου και στη μεταποστολική περίοδο υπάρχουν αξιόλογες, άμεσες ή έμμεσες, πληροφορίες για την ταυτότητα της πόλεως και τη σύνθεση του πληθυσμού της. Οι Πράξεις των Αποστόλων, η προς Φιλιππησίους επιστολή του Αποστόλου Παύλου και η προς Φιλιππησίους επιστολή του Αποστολικού ανδρός Πολυκάρπου Σμύρνης αποτελούν πολύτιμες πηγές για την πόλη των Φιλίππων, παρά το γεγονός ότι αναφέρονται στην ίδρυση και στη ζωή της χριστιανικής μόνο κοινότητας.

1. Οι Φίλιπποι, ως "πόλις κολωνί " και ως πύλη κειμένη παρά την Εγνατία οδό, παρουσιάζουν :

α) Ποικίλη προέλευση της πληθυσμιακής συνθέσεως τόσο με την εγκατάσταση των αποστράτων αξιωματούχων του ρωμαϊκού στρατού, όσο και με τις περιοδικές ή μόνιμες εγκαταστάσεις πολλών ασιατών ή και ανατολιτών, οι οποίοι ακολουθούσαν το ρεύμα της κινητικότητας των πληθυσμών από την Ανατολή στη Δύση. Η Λυδία από τα Θυάτειρα της Φρυγίας είναι μια χαρακτηριστική περίπτωση (Πραξ.16,13 κ.εξ.).

β) Αυστηρή προσήλωση στη ρωμαϊκή νομοθεσία, όπως φαίνεται από την περίπτωση της διαδικασίας φυλακίσεως και αποφυλακίσεως του Αποστόλου Παύλου και του συνοδού του Σίλα (Πραξ.16,19 κ.εξ.).

γ) Χαρακτηριστική θρησκευτική ελευθερία στην υποδοχή και αποδοχή νέων θρησκειακών φαινομένων ή κηρυγμάτων, που συνοδεύεται από έντονη θρησκευτικότητα του πληθυσμού, όπως φαίνεται από την όλη περιγραφή της δράσεως του Αποστόλου Παύλου στην πόλη και από τα γεγονότα, τα οποία συνδέθηκαν με αυτήν. Η Λυδία και οι άλλες γυναίκες, που συγκεντρώθηκαν στο συγκεκριμένο τόπο κοινής προσευχής, ανήκαν στη τάξη των "σεβομένων τον Θεόν", οι οποίες δηλαδή ήταν προσήλυτοι στην Ιουδαϊκή θρησκεία και είχαν σαφείς μονοθεϊστικές αναζητήσεις. Η μεταστροφή του δεσμοφύλακα είναι χαρακτηριστικό δείγμα της θρησκευτικής ελευθερίας του πληθυσμού της πόλεως (Πραξ.16,13κ.εξ.). Η θρησκευτική αυτή ελευθερία έφτανε τα όρια του θρησκειακού συγκρητισμού, από τον οποίο δεν ήσαν απαλλαγμένα και αυτά ακόμη τα μέλη της πρώτης χριστιανικής κοινότητας, όπως φαίνεται από τις προς Φιλιππησίους επιστολές του Αποστόλου των Εθνών και του επισκόπου Σμύρνης Πολυκάρπου.

δ) Οικονομική άνεση, όπως φαίνεται από την ενεργό υποστήριξη του έργου του Αποστόλου Παύλου, ο οποίος τονίζει, "ότι εν αρχή του ευαγγελίου, ότε εξήλθον από Μακεδονίας, ουδεμία μοι εκκλησία εκοινώνησεν εις λόγον δόσεως και λήψεως, ει μη υμείς μόνοι, ότι και εν Θεσσαλονίκη και άπαξ και δις εις την χρείαν μοι επέμψατε. Ούχ ότι επιζητώ τον καρπόν τον πλεονάζοντα εις λόγον υμών... πεπλήρωμαι δεξάμενος παρά Επαφροδίτου τα παρ'υμών... ο δε Θεός μου πληρώσει πάσαν χρείαν υμών κατά τον πλούτον αυτού εν δόξη εν Χριστώ Ιησού (Φιλιπ.4,15-19). Ανάλογη συμπεριφορά επέδειξαν οι Φιλιππησίοι κατά την υποδοχή, τη φιλοξενία και την προπομπή του δέσμιου Ιγνατίου του θεοφόρου και της συνοδείας του στις αρχές του Β' αιώνα, όπως φαίνεται από τους χαρακτηριστικούς λόγους του Πολυκάρπου Σμύρνης: "συνεχάρην υμίν μεγάλως εν Κυρίω υμών, Ιησού Χριστώ, δεξάμενοις τα μιμήματα της αληθούς αγάπης, τους ενειλιγμένους τοις αγιοπρεπέσι δεσμοίς..." (κεφ.1). Η οικονομική άνεση δεν εκδηλωνόταν πάντοτε σε έργα αγάπης, αλλά έτρεφε και το πνεύμα φιλαργυρίας των κατοίκων της πόλεως, όπως φαίνεται από τις συνεχείς μορφές του Πολυκάρπου για το φαινόμενο αυτό, στο οποίο υπέκυψε και ο πρεσβύτερος της τοπικής εκκλησίας Ουάλης (Κεφ.2,2.  4,1. 6,1. 10,2. 11,1.).

ε) Πνεύμα οικουμενικής φιλαδελφίας, το οποίο επεδείχθηκε όχι μόνο στο ενδιαφέρον και την ενίσχυση του έργου του Αποστόλου Παύλου και των συνεργών του (Φιλιπ.2,25-30. 4,10-19) ή την φιλοξενία Ιγνατίου του θεοφόρου (Πολυκάρπου, προς Φιλιππ.,1), αλλά και στην ενεργό συμπαράσταση προς κάθε τοπική εκκλησία, όπως στην περίπτωση της εκκλησίας της Αντιοχείας που στερήθηκε τον ποιμένα της. Η εκκλησία των Φιλίππων, που γνώρισε από τον ίδιο τον Ιγνάτιο τα σοβαρά προβλήματα της εκκλησίας της Αντιοχείας, ζήτησε από τον Πολύκαρπο Σμύρνης να παραδώσει στο πρόσωπο που ο ίδιος θα επιλέξει τα δικά της γράμματα για τη στήριξη των πιστών της Αντιοχείας (Πολυκάρπου προς Φιλιππ.13,1). Το πνεύμα αυτό δεν ήταν μόνο πνεύμα προσφοράς, αλλά ήταν και πνεύμα αποδοχής της προσφοράς των άλλων εκκλησιών. Έτσι οι Φιλιππήσιοι, που γνώρισαν τον Πολύκαρπο από τις περιγραφές του Ιγνατίου, ζήτησαν με χαρακτηριστική άνεση τις συμβουλές του για τα τοπικά τους προβλήματα (Φιλιππ.3,1), όπως επίσης και αντίγραφα των επιστολών Ιγνατίου (Φιλιππ.13, 1-2).

 

στ) Συνεχή πνευματική ανησυχία που αποτελούσε ενθάρρυνση για την δραστηριότητα στην πόλη των κηρύκων των διαφόρων τάσεων του Ιουδαϊσμού ή και άλλων θρησκειών. Είναι πολύ χαρακτηριστικό ότι ο Απ. Παύλος παρουσιάζεται ιδιαίτερα ανήσυχος από την δραστηριότητα στην πόλη ιεραποστόλων του Ιουδαϊσμού (Φιλιππ.3,1-21), "ους πολλάκις έλεγον υμίν, νυν δε και κλαίων λέγω, τους εχθρούς του σταυρού του Χριστού, ων το τέλος απώλεια ...". Ανάλογες ανησυχίες από την δράση ψευδοδιδασκάλων στους Φιλίππους διατύπωσε και ο Πολύκαρπος Σμύρνης (κεφ.7,1-2. 8,1-2. 9,1-2.), ειδικότερα μετά την έκπτωση του πρεσβυτέρου Ουάλεντα (κεφ.11). Η πνευματική ανησυχία των Φιλιππησίων ερεθιζόταν από την αδιάκοπη παρουσία και δράση νέων κηρύκων στην πόλη, που βρισκόταν στην σημαντικότερη σύνδεση Ανατολής και Δύσεως.

2. Η πόλη των Φιλίππων κατά τους Β' και Γ' αιώνες επηρεάστηκε θετικά από τη δυσερμήνευτη αυτή κινητικότητα των πληθυσμών από την Ανατολή στη Δύση, γιατί αντιμετώπιζε τα διάφορα πνευματικά ρεύματα μέσα στα πλαίσια μιας ακμαίας χριστιανικής κοινότητας, η οποία ήταν γνωστή ανά τη χριστιανική οικουμένη για την σταθερή και αμετακίνητη εμμονή στην παύλεια παράδοση και αποτελούσε ήδη κατά τον Γ' αιώνα κριτήριο της Αποστολικής Ορθοδοξίας για όλες τις τοπικές εκκλησίες και ειδικότερα της Μακεδονίας. Ο βορειοαφρικανικός εκκλησιαστικός συγγραφέας Τερτυλλιανός τονίζει χαρακτηριστικά το εξαιρετικό κύρος της χριστιανικής κοινότητας των Φιλίππων σε ολόκληρη τη Μακεδονία και την προβάλλει μεταξύ των μεγάλων τοπικών εκκλησιών της χριστιανικής οικουμένης. "... Proxima est tibi Achaia; habes Thessalonicences. Si potes in Asia tendere; habes Ephesum. Si autem Italiae adjaces; habes Romam ..." (De praescr.haer., 36,2)

Το εξαιρετικό αυτό εκκλησιαστικό κύρος των Φιλίππων στους τρεις πρώτους αιώνες συνδέεται άρρηκτα προς την αιώνια σφραγίδα της κληρονομιάς του Αποστόλου Παύλου, η οποία εκφράσθηκε με την προς Φιλιππησίους επιστολή του Αποστόλου των Εθνών. Είναι πολύ χαρακτηριστικό ότι ο Τερτυλλιανός επέλεξε τα κριτήρια της αποστολικής εκείνες εκκλησίες, οι οποίες είχαν τιμηθεί με επιστολές του Αποστόλου Παύλου. Ωστόσο το κύρος αυτό της αποστολικής εκκλησίας των Φιλίππων δεν ήταν οπωσδήποτε άσχετο και προς τον ακμαίο χριστιανικό βίο της χριστιανικής κοινότητας της πόλεως. Η εξαιρετική γεωγραφική της θέση μεταξύ Ανατολής και Δύσεως, η μεγάλη κινητικότητα των πληθυσμών από την Ανατολή στη Δύση από την Εγνατία οδό, η ήρεμη οικονομική σταθερότητα, η αυστηρότητα στη διατήρηση της κοινωνικής γαλήνης και η συνεχής ανανέωση της πληθυσμιακής συνθέσεως εξηγούν την υπερτοπική ακτινοβολία της πόλεως κατά την ρωμαϊκή περίοδο.

Κατά την περίοδο αυτή οι Φίλιπποι ήλθαν σε άμεση επαφή με τα μεγάλα πνευματικά ρεύματα, τα οποία δαμορφώθηκαν στους κόλπους του χριστανισού, όπως λ.χ. ο Γνωστικισμός και ο Μοντανισμός, και διακινήθηκαν από την Ανατολή προς τη Δύση. Από τις σχετικές με τον Γνωστικισμό πηγές φαίνεται ότι το θρησκειοφιλοσοφικό αυτό φαινόμενο δεν βρήκε στους Φιλίππους απήχηση, ανάλογη προς την απήχηση που βρήκε στις άλλες τοπικές εκκλησίες του Β' και Γ' αιώνα.

 

Η ερμηνεία της διαπιστώσεως αυτής θα μπορούσε να συνδεθεί προς τις χαρακτηριστικές ρίζες της χριστιανικής παραδόσεως των Φιλίππων. Η τοπική εκκλησία συγκροτήθηκε μεν με βάση στις αρχές της παύλειας παραδόσεως, αλλά ο πυρήνας των ιουδαϊζόντων μελών της (σεβόμενοι τον Θεόν) μαρτυρείται άμεσα (Λυδία και οι ευσεβείς γυναίκες) και έμμεσα (περιεχόμενο των αμπδοκιμαζομένων ετεροδιδασκαλιών) στις προς Φιλιππησίους επιστολές του Αποστόλου Παύλου και του Πολυκάρπου. Έτσι άλλωστε εξηγούνται και οι δεσμοί της τοπικής εκκλησίας προς τον Πολύκαρπο, ο οποίος, ως μαθητής του ευαγγελιστή Ιωάννη, ήταν φορέας της ιωάννειας παραδόσεως.

Οι δεσμοί αυτοί υποδηλώνουν τη συστηματική καλλιέργεια των πνευματικών σχέσεων των Φιλίππων με τις εκκλησίες της Ασίας, στις οποίες είχε επικρατήσει η Παράδοση του ευαγγελιστή Ιωάννη. Η παράδοση αυτή δεν ευνοούσε μεν τη δράση των διαφόρων γνωστικών συστημάτων, αλλά διευκόλυνε την απήχηση των ιουδαϊζουσών αποκλίσεων της χριστιανικής διδασκαλίας, όπως ήταν το πνευματικό κίνημα της νέας προφητείας του Φρυγικού Μοντανισμού. Είναι πολύ χαρακτηριστικό ότι η Λυδία και πολλές από τις ευσεβείς γυναίκες των Φιλίππων είχαν φρυγική καταγωγή, ενώ ο Τερτυλλιανός, που προβάλλει την εκκλησία των Φιλίππων ως κριτήριο της Αποστολικής Ορθοδοξίας στη Μακεδονία, έδειξε ιδιαίτερη ευαισθησία στο μοντανιστικό κίνημα.

Η ισόρροπη αξιοποίηση στον πνευματικό βίο της αποστολικής εκκλησίας των Φιλίππων τόσο της παύλειας όσο και της ιωάννειας παραδόσεως εξηγεί όχι μόνο την αδιαφορία για της θρησκειοφιλοσοφικές αναζητήσεις των γνωστκών συστημάτων, αλλά και τις στενές πνευματικές σχέσεις προς τις τοπικές εκκλησίες της Μ. Ασίας, οι οποίες δεν άφησαν την τοπική εκκλησία των Φιλίππων ανεπηρέαστη από την αυστηρότητα της μοντανιστικής πνευματικότητας.

Η διοικητική μεταρρύθμιση του Διοκλητιανού (τετραρχία) ενέταξε τη Μακεδονία στο ευρύτερο διοικητικό σώμα του Ιλλυρικού, στο οποίο η Θεσσαλονίκη αναδείχθηκε διοικητική κεφαλή. Από τη  διοικητική αυτή μεταρρύθμιση  ενισχύθηκε αυτονόητα το κύρος της τοπικής εκκλησίας της Θεσσαλονίκης και περιορίσθηκε η ακτινοβολία της αποστολικής εκκλησίας των Φιλίππων. Η διοικητική αυτή περιθωριοποίηση των Φιλίππων ολοκληρώθηκε με την ίδρυση της Κωνσταντινουπόλεως (330), γιατί ο άξονας Κωνσταντινουπόλεως-Θεσσαλονίκης καλυπτόταν πλέον από την ακτινοβολία των δύο μεγάλων πόλεων της αυτοκρατορίας.

Η ιδιαιτερότητα της πνευματικής παραδόσεως των Φιλίππων αφομοιώθηκε στο ενιαίο διοικητικό σώμα των τοπικών εκκλησιών του Α.Ιλλυρικού, οι οποίες ανέπτυξαν κατά τον Δ' αιώνα ιδιαίτερους πνευματικούς δεσμούς με την ακμαία εκκλησία και θεολογία της Αλεξάνδρειας, που διαφύλαξε μια σχετική ισορροπία μεταξύ της παύλειας και της ιωάννειας παραδόσεως της Εκκλησίας. Αυτό γίνεται σαφέστερο από την οπωσδήποτε χαλαρή σχέση προς την εκκλησία και τη θεολογία της Αντιόχειας σε όλα τα θεολογικά και εκκλησιαστικά ζητήματα του Δ' και του Ε' αιώνα (αρειανισμός, απολλιναρισμός, αντιοχειανό σχίσμα, διαφωνία Μ. Αθανασίου και Καππαδοκών, νεστοριανισμός, μονοφυσιτισμός), στα οποία οι εκκλησίες του Α. Ιλλυρικού έδειξαν μεγαλύτερη ευαισθησία για τους προβληματισμούς της αλεξανδρινής θεολογικής παραδόσεως και συντάχθηκαν κατά κανόνα με τις θέσεις των αρχιεπισκόπων Αλεξανδρείας, παρά το γεγονός ότι η Κωνσταντινούπολη επηρεαζόταν από τις θέσεις;της αντιοχειανής θεολογικής παραδόσεως.

Είναι βεβαίως ευνόητο ότι οι συντεταγμένες αυτές των εκκλησιαστικών σχέσεων καθορίστηκαν σε μεγάλο βαθμό από την διοικητική ένταξη του Α. Ιλλυρικού στο δυτικό ρωμαϊκό κράτος, γιατί οι άκαρπες κατά τον Ε' αιώνα διοικητικές διεκδικήσεις των εκκλησιών Ρώμης και Κωνσταντινουπόλεως στο Α. Ιλλυρικό δεν άφηναν μεγάλα περιθώρια αυτοδύναμης ανεξάρτητης θεολογικής και εκκλησιαστικής στις εκκλησίες του Α. Ιλλυρικού, όπως λ.χ. κατά την περίοδο του ακακιανού σχίσματος (484-519). Η εκκλησία των φιλίππων μετείχε πλέον οργανικά στη νέα εκκλησιαστική πραγματικότητα, η οποία διαμορφώθηκε από τις πολιτικές και τις εκκλησιαστικές διοικητικές εξελίξεις και ανέδειξε το εξαιρετικό κύρος της Θεσσαλονίκης όχι μόνο στη Μακεδονία αλλά και σε ολόκληρο το Α. Ιλλυρικό.

 

Βλάσιος Ιω. Φειδάς / Καθηγητής Παν/μίου Αθηνών.

Επικοινωνία:

 Γραμματεία:

 Μητροπόλεως 1, Καβάλα

 +2510,223141-2510,225187

 Fax: +52510,223283

 imphnth@otenet.gr

Τα Νέα μας